Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Ἡ Α’ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ὀνομάζεται Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας. Αὐτὴ τὴν ἡμέρα ἑορτάζομε τὴν ἀναστήλωση τῶν ἱερῶν Εἰκόνων ἀπὸ τὴν αὐτοκράτειρα Θεοδώρα τὸ 843 μ.Χ.

Ἡ εἰκονομαχία ἐξεκίνησε τὸ 726 μ.Χ. καὶ ἐτελείωσε τὸ 843 μ.Χ. Ἡ ἀπόδοση τιμῆς πρὸς τὶς ἱερὲς εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καὶ τῶν Ἁγίων εὕρισκαν ἀντιθέτους τοὺς εἰκονομάχους, οἱ ὁποῖοι τὸ ἐθεωροῦσαν μορφὴ εἰδωλολατρείας καὶ ἀποκαλοῦσαν ὅσους προσκυνούσανε τὶς εἰκόνες εἰκονολάτρες. Οἱ εἰκονομάχοι ὀνομάζονται ἐπίσης καὶ εἰκονοκλάστες ἐπειδὴ κατέστρεφαν τὶς εἰκόνες.

Στὴν ἀρχὴ ὁ Λέων Γ’, ὁ Ἴσαυρος προσεπάθησε νὰ πάρῃ μὲ τὸ μέρος του τὸν ἅγιο Γερμανό, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Τοῦ εἶπε ὅτι δὲν εὑρίσκει διαφορὲς ἀνάμεσα στὶς ἱερὲς εἰκόνες καὶ στὰ εἴδωλα, καὶ τοῦ ἐζήτησε νὰ τὶς ἀπομακρύνῃ, ἢ ἐὰν ὅσες εἰκονίζουν ἁγίους εἶναι ἀληθινές, νὰ κρεμασθοῦν ὑψηλά, γιὰ νὰ μὴ μιαίνονται ὅταν τὶς ἀσπάζεται ὁ κόσμος μὲ τὰ ἁμαρτωλά του χείλη καὶ μολύνονται. Ὁ πατριάρχης Γερμανὸς ἔκανε ὅτι μποροῦσε γιὰ νὰ τὸν ἀποτρέψῃ, ἀλλὰ χωρὶς ἀποτέλεσμα. Τὸ 726 μ.Χ. ὁ Λέων Γ’ ἐξέδωσε διάταγμα, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο οἱ εἰκόνες ἔπρεπε νὰ τοποθετηθοῦν πολὺ ὑψηλὰ στὶς ἐκκλησίες, ὥστε νὰ μὴ μποροῦν νὰ τὶς ἀσπασθοῦν καὶ νὰ τὶς προσκυνήσουν οἱ πιστοί, καὶ ἐξεκίνησε τὴ συζήτηση γιὰ τὴν κατάργηση τῶν ἁγίων εἰκόνων. Ἑθεωροῦσε ὅτι ἡ τιμὴ πρὸς τὶς εἰκόνες εἶναι μιὰ μορφὴ εἰδωλολατρείας, καὶ τὸ 730 μ.Χ. ἀντικατέστησε τὸν πατριάρχη Γερμανὸ μὲ ἕναν εἰκονομάχο, καὶ μέ διάταγμα ἀπηγόρευσε τὴν προσκύνηση τῶν ἁγίων εἰκόνων.

Ὁ Κωνσταντῖνος Ε’, ὁ κοπρώνυμος, ἀφήρεσε τὶς εἰκόνες ἀπὸ τὶς ἐκκλησίες καὶ ἔκαμε διωγμοὺς ἐναντίον τῶν εἰκονολατρῶν. Τὸ 754 μ.Χ. συνεκάλεσε ἀντικανονικὴ «οἰκουμενικὴ» σύνοδο, τὴν λεγομένη εἰκονομαχική, στὴν Ἱέρεια, γιὰ νὰ κατοχυρώσῃ δογματικὰ τὴν εἰκονομαχία. Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἐμεγιστοποιήθηκαν, οἱ διωγμοὶ ἐναντίον τῶν μοναχῶν, (ὁ Κωνσταντῖνος Ε’ τοὺς ἐθεωροῦσε «εἰδωλολάτρες» καὶ «ὁπαδοὺς τοῦ σκότους»), οἱ καταστροφὲς μοναστηριῶν καὶ εἰκόνων. Μάλιστα ὅταν ἕνας στρατηγός του τὸν ἐνημέρωσε ὅτι δὲν εἶχε μείνει οὔτε ἕνας μοναχὸς στὴν περιοχὴ τῆς Θράκης, ὁ αὐτοκράτορας τοῦ ἔγραψε ὅτι «σὲ σένα συνάντησα ἕνα ἄνθρωπο τῆς καρδιᾶς μου καὶ κάποιον ποὺ ἐνεργεῖ ὅπως ἀκριβῶς θέλω». Κατὰ τὴν πρώτη περίοδο τῆς εἰκονομαχίας, ἐξεχώρισε ὁ ἅγιος Ἰωάννης, ὁ Δαμασκηνός, ὁ ὁποῖος μὲ ἐπιστολές του καὶ λόγους ὑπεστήριξε τὴν προσκύνηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων.

Ὁ υἱὸς τοῦ Κωνσταντίνου Ε’, αὐτοκράτωρ Λέων Δ’, καὶ ἡ γυναῖκα του, Εἰρήνη ἡ ἀθηναία, ἐσταμάτησαν τοὺς διωγμοὺς καὶ κατήργησαν τὶς ἀπαγορεύσεις τῶν προηγουμένων. Τὸ 787 μ.Χ., μετὰ ἀπὸ τὸν θάνατο τοῦ Λέοντα Δ’, ἡ Εἰρήνη, ἡ ἀθηναία, συγκαλεῖ τὴν Ζ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία ἐπανέφερε τὴν τιμὴ τῶν εἰκόνων. Ἡ Σύνοδος αὐτὴ κατεδίκασε τὴν εἰκονομαχία καὶ ὥρισε νὰ προσκυνοῦνται οἱ εἰκόνες τιμητικὰ καὶ νὰ μὴ λατρεύονται. Ἡ Εἰρήνη, ἡ ἀθηναία, ἔκτισε καὶ πολλοὺς ναοὺς στὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων, τὸν ναὸ τῆς Γοργοεπηκόου Θεοτόκου(τώρα ναὸ τοῦ ἁγίου Ἐλευθερίου), καὶ τὸν ναὸ τῆς Θεοτόκου Καπνικαρέας ἢ Καμουχαρέας.

Οἱ ἑπόμενοι αὐτοκράτορες, Λέων Ε’(813-820 μ.Χ.), Μιχαὴλ Β’, ὁ τραυλός (825-829 μ.Χ.) καὶ Θεόφιλος (829-842 μ.Χ.) ἦσαν εἰκονομάχοι, καὶ οἱ διαμάχες συνεχίσθηκαν μέχρι τὸ 843 μ.Χ.. Κατὰ τὴν δεύτερη περίοδο τῆς εἰκονομαχίας, ὁ ἅγιος Θεόδωρος, ὁ Στουδίτης, ὑπεραμύνθηκε τὶς ἱερὲς εἰκόνες καὶ τὴν Ὀρθοδοξία. Ἡ αὐτοκράτειρα Θεοδώρα, σὰν κηδεμὼν τοῦ ἀνηλίκου υἱοῦ της Μιχαὴλ Γ’, προετοίμασε τὴν ἐπικράτηση τῆς Ὀρθοδοξίας. Συνεκάλεσε Σύνοδο στὴν Κωνσταντινούπολη, ἡ ὁποία ἐπανέφερε τὶς εἰκόνες, ἐπικυρώνοντας τὶς ἀποφάσεις τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ ἐτερμάτισε ὁριστικῶς τὴν εἰκονομαχία.

Μολονότι, οὔτε ἡ Ἐκκλησία, οὔτε τὸ κράτος ἀπηγόρευσαν τὶς γλυπτὲς ἀναπαραστάσεις ἁγίων προσώπων ἢ ἱερῶν σκηνῶν, μετὰ ἀπὸ τὴν περίοδο τῆς εἰκονομαχίες, ἐξαφανίσθηκαν τέτοιες ἀναπαραστάσεις ἀπὸ τὴν ἀνατολικὴ Ἐκκλησία. Ἡ 11η Φεβρουαρίου τοῦ 843 μ.Χ. (πρώτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν ἐκείνου τοῦ ἔτους), ὡρίσθηκε ὡς ἡ ἡμερομηνία ποὺ ἑορτάσθηκε τότε ἡ ἀναστήλωση τῶν εἰκόνων, καὶ ἀπὸ τότε ἑορτάζεται κάθε χρόνο ἡ πρώτη Κυριακὴ τῆς μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἑορτάζεται ὡς Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας.